Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

ΑΛΛΟΚΟΤΟ

Γύπας βρωμερός με την ανατολή
Έρχεται και τα σπλάχνα σου ξεσκίζει
Στην πέτρα καρφωμένος στέκεσαι.
Κανείς δε θα 'ρθει να σε βρει
γιατί
κανείς δε σε γνωρίζει.

Γυμνός με τα καρφιά στα χέρια Σου
απάνω απ' το σταυρό μας αγναντεύεις.
Με λόγχη τα πλευρά Σου τρύπησαν.
Νερό τους ζήτησες
κι αυτοί
Σου 'δώσαν ξύδι.

Στον κόσμο τούτο 'δω που ήρθαμε
τους ανθρώπους θυμούνται σαν πεθάνουν
Σε κόλλα άσπρη χαρτί τους τυλίγουνε
και σε μελάνι μαύρο
τους βαλσαμώνουν.

Αλλόκοτο Είν' απ' όλα όμως πιο πολύ,
σ' ιδρώτα αλλωνών τα χέρια πλένουν.
Στους τοίχους των σπιτιών τους ανθρώπους χτίζουνε
και τα παιδιά τους μ' αλλωνών
ποτίζουν αίμα.

ΑΡΕΤΗ

Αρετή δεν είναι το «καθώς πρέπει».
Αρετή δεν είναι ο πουριτανισμός.
Αρετή δεν είναι κανείς να μη σε βλέπει.
Δεν είναι αρετή ο κρυφός εγωισμός.

Αρετή δεν είναι τη σκέψη σου να κρύβεις.
Αρετή δεν είναι να κλείνεις την καρδιά.
Αρετή δεν είναι να παίρνεις – να μη δίνεις.
Δεν είναι αρετή τα πάντα να μετράς.

Αρετή δεν είναι τίποτα να μη φοβάσαι.
Αρετή δεν είναι μυαλό να ‘χεις ψυχρό.
Αρετή δεν είναι τα πάντα να θυμάσαι.
Δεν είναι αρετή να λες: «Δε συγχωρώ».

Δεν είναι αρετή πρόσωπο παγωμένο.
Δεν είναι αρετή δυό μάτια σκοτεινά.
Δεν είναι αρετή χαμόγελο σβησμένο.
Αρετή δεν είναι λόγια κοφτά – πικρά.

Δεν είναι αρετή ψέμμα κι υποκρισία.
Δεν είναι αρετή βλέμμα ειρωνικό.
Δεν είναι αρετή εκβιασμός και βία
Κι ούτε να μη μπορείς να πεις «Σε αγαπώ».

Δεν είναι αρετή να κάνεις ό,τι θέλεις.
Δεν είναι αρετή να εκμεταλλεύεσαι.
Δεν είναι αρετή σε λάθη να επιμένεις,
να βλέπεις το κακό και να μην αντιστέκεσαι.

Δεν είναι αρετή να λες: «Είμ’ ανδρειωμένος».
Δεν είναι αρετή να λες: «Είμαι σοφός».
«Χωρίς εμένα ο κόσμος είναι τελειωμένος».
Δεν είναι αρετή να νιώθεις σα Θεός.

Δεν ξέρω τι είναι αρετή.
Δεν ξέρω τι είναι ανδρεία.
Δεν ξέρω τι είναι υπομονή.
Δεν ξέρω τι είναι σοφία.

Φτώχεια έχω μεσ’ το μυαλό,
φτώχεια και στην καρδιά μου.
Μα μ’ αγωνία αναζητώ
να βρω την ανθρωπιά μου.

ΔΕΝ

Δεν είδα – δεν ξέρω – δε μιλώ.
Δεν άκουσα – δεν πρόσεξα – δεν πήγα.
Δεν έχω – δε δίνω – δε ζητώ.
Δεν έψαξα – δεν πόθησα – δε βρήκα.

Δεν κάνω – δεν πιάνω – δεν κρατώ.
Δεν πήγα – δεν είπα – δε βγήκα.
Δεν κατεβαίνω – δεν ανεβαίνω – δε ρωτώ.
Δε βάδισα – δεν κοίταξα – δεν είχα.

Όλα τα ΔΕΝ, δεν έχουν λόγο.
Δεν έχουν κίνηση, δεν έχουν ζωή.
Ψυχή δεν έχουνε, δεν έχουν ελπίδα.
Δεν έχουν μέλλον, τέλος κι αρχή.

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ

Το χέρι σου ήταν κρύο σαν είπες αντίο.
Δυο λέξεις που ίσως φώναξες χάθηκαν στη βοή.
Έπειτ' απομακρύνθηκες και χάθηκες στη σκόνη
Το μόνο που απέμεινε, μια ανάμνηση θολή.

Όμως δε θα ξεχάσω τι μου 'χες πρωτοπεί
σαν σου 'πα ότι γέρασα, μα νιώθω σαν παιδί.

«Σα συμβιβαστείς το ρέμα θα σε πάρει.
Στα ποτάμια της σκλαβιάς για πάντα θα κυλάς.
Σκλάβος δε θα είσαι, μα θα σε πουλάνε
Θα τους βλέπεις κι όμως πάλι θα χειροκροτάς».

Πολέμα τους μύλους λοιπόν
Δον Κιχώτη φίλε τρελλέ.
Στην τρέλλα σου μείνε πιστός
γιατί ο κόσμος τούτος είναι κακός.

Το χέρι σου ήταν κρύο σαν είπες αντίο.
Δυο λέξεις που ίσως φώναξες χάθηκαν στη βοή.
Έπειτ' απομακρύνθηκες και χάθηκες στη σκόνη.
Το μόνο που απέμεινε, μια ανάμνηση θολή.

ΕΙΜΑΙ

Είμαι νερό που τρέχει.
Αέρας που φυσά.
Κομήτης μεσ' το άπειρο
που ποτέ δε σταματά.

Σε ένα μέρος δε μπορώ.
Μαυρίζει η ψυχή μου.
Ένα ταξίδι ατέρμονο
ολόκληρη η ζωή μου.

Τρένο αν ήμουν θα 'σπαζα
τις ράγες δίχως άλλο
κι αν ήμουν πλοίο θα 'θελα
να φύγω απ' το νερό.

Ο άνεμος με γέννησε
στα σύννεφα απάνω.
Τον ήλιο μόνο θέλησα
από κοντά να δω.

Εχθροί μου η σκόνη κι η σκουριά
γιατί ρίζες δεν έχω.
Μα δυστυχώς κι ούτε φτερά
ψηλά για να πετώ.

Παντού θα περιπλανηθώ.
Παντού πάντα θα τρέχω.
Παντού θα ψάχνω για να βρω
αυτό που μέσα μου ποθώ.

Δεν τρέχω πίσω απ' τον καιρό.
Έχω ρυθμό δικό μου.
Γρανάζια κι αλυσίδες
εγώ δε θα σκλαβωθώ.

Αιώνιες κι αθάνατες
είν' όλες μου οι ελπίδες.
Πίστεψα και ήλπισα
μονάχα στο Χριστό.

ΕΛΛΗΝΑΣ

Αν ξέχασες ποιος είσαι και που πας.
Ποιοι πάταγαν το χώμα που πατάς.
Η μνήμη σου αν έχει εξασθενήσει
κι εικόνες ξένες σ' έχουν κατακτήσει…

Τότ’ Έλληνας δε δικαιολογείσαι να λέγεσαι.
Μονάχα προσποιείσαι.

ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΑ ΟΡΙΑ

Κανείς δε θα με κλείσει σε τοίχους μαζί μ' άλλους
που θύματα έχουν πέσει στους στόχους τους μεγάλους.
Κανείς δε θα σφραγίσει την πόρτα της καρδιάς μου.
Στο άπειρο θα απλωθεί, να νιώσει κόσμους άλλους.

Τη ραδιενέργεια που εκπέμπει η οθόνη
δε θ' αφήσω πια κάνει τα όνειρά μου σκόνη.
Μόνο την κιθάρα μου ακούω σαν μιλάει.
Μαζί μου στα ουράνια σαν αετός πετάει.

Το όπιο που μας ποτίζουνε εγώ δεν το αγγίζω.
Σαν αετός περήφανα ψηλά θα φτερουγίζω.
Δεν μ' αγγίζουν οι βολές, δόκανα δε με πιάνουν.
Τα βέλη που μου ρίχνουνε απάνω εδώ δε φτάνουν.

Δε θ' αφήσω να μου πάρουν την ψυχή μου.
Έξω από τα όρια θα ζήσω τη ζωή μου.
Δεν εξουσιάζεται ο νους μου από κανένα
και η καρδιά μου ελέγχεται μονάχα από ‘μένα
κι Εσένα, αν θες.