Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2008

ΜΑΣΚΕΣ

Και τώρα που πέφτουνε οι μάσκες
κίτρινα φύλλα από σαπρά κλαδιά
πτώματα βλέπω γύρω μου. Πτώματα που μιλάνε.
Νεκρούς που ζευγαρώνουνε και θάνατο γεννάνε.

Ανδρείκελα που σύρματα τα μέλη τους κινούνε
Ψέμματα θέλουν ζωντανοί να καταμετρηθούνε.
Μάτια που βλέπουν θέλουνε με ψέμμα να τυφλώσουν
το γένος το ανθρώπινο ψυχρά να ταπεινώσουν.

Είναι το μίσος άσβεστο γι αυτούς ζωή που έχουν
και να τους βλέπουνε να ζουν αφόρητο να στέργουν.
Αφόρητη κι η πίκρα τους το θάνατο που ζούνε
κι άλλο από το θάνατο δεν έχουνε να πούνε.

Ειμ’ άνθρωπος. Κοιτάω ψηλά. Τις κορυφές του ήθους
Κι ακούω σα σφυριές στ’ αφτιά τις οιμωγές του πλήθους.
Να μένω ασυγκίνητος δε θέλω – δεν αντέχω.
Στον πόλεμο ενάντια στο σκότος συμμετέχω.

Μαχόμενος καθήκον μου μια μέρα είναι να πέσω.
Στη λήθη και το θάνατο να μη συγκατανεύσω.
Στερνός σπαρτιάτης να σταθώ φυλώντας Θερμοπύλες.
Το ήθος τις αξίες και του γένους μου τις μνήμες.

Κι όταν θα πέσω εγώ στερνός, την κρίση θ’ ανταμώσω.
Για προδοσία και φυγή λόγο δε θα κληθώ να δώσω.
Για τα πολλά μου κρίματα ίσως χαθεί η ψυχή μου
μα θα ‘χει μείνει αθάνατη η ανδρεία κι η τιμή μου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου